Ιανουάριος 17, 2016

Περιφερική αρτηριοπάθεια

Οι αρτηρίες είναι τα αγγεία τα οποία παραλαμβάνουν το καθαρό, οξυγονωμένο αίμα από την καρδιά και το διανέμουν στους ιστούς σε όλο το σώμα. Για να εξασφαλιστεί αυτή η αιματική ροή, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ακεραιότητα του τοιχώματος των αρτηριών. Η επίδραση ωστόσο στο εσωτερικό του τοιχώματος παραγόντων όπως το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπερλιπιδαιμία, η υπέρταση αλλά και η φθορά λόγω ηλικίας, έχει ως συνέπεια την εναπόθεση υλικών όπως λιπίδια, ασβέστιο, ινώδης ιστός με αποτέλεσμα τη δημιουργία της αθηρωματικής πλάκας, η οποία διαταράσσει τη ροή του αίματος.

Η δημιουργία αθηρωματικών πλακών κατα μήκος της αορτής, των λαγονίων και των αρτηριών κάτω άκρων εκδηλώνεται αρχικά ως διαλείπουσα χωλότητα, μυικός πόνος δηλαδή που εντοπίζεται συνήθως στη γάμπα ή μπορεί να φθάνει το γλουτό και αναγκάζει τον ασθενή να σταματήσει μετά από μία συγκεκριμένη απόσταση βάδισης. Ο πόνος αυτός οφείλεται στην έλλειψη οξυγόνου στους μύες λόγω της ελαττωμένης αιματικής ροής γι’αυτό και εμφανίζεται σε μικρότερη απόσταση αν περπατάει ο ασθενής ταχύτερα ή σε ανηφορικό δρόμο, οπότε οι μυές δουλεύουν εντονότερα κι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από “κάυσιμο”, δηλαδή οξυγόνο.

Αν η πάθηση δεν διαγνωσθεί εγκαίρως, η απόσταση βάδισης συνεχώς μειώνεται και τελικά ο πόνος είναι μόνιμος, ακόμα και στην ανάπαυση. Στο στάδιο αυτό η ισχαιμία του άκρου είναι πλέον σε κρίσιμο σημείο και χωρίς θεραπευτική παρέμβαση οδηγεί σε ισχαιμικές αλλοιώσεις, δηλαδή γάγγραινα, με επακόλουθο ακρωτηριασμό.

Τα παραπάνω συμπτώματα μερικές φορές δυστυχώς συγχέονται, ιδιαίτερα όταν υπάρχει σχετικό ιστορικό, με συμπτώματα ορθοπαιδικής φύσης πχ ισχιαλγία, αρθρίτιδα ισχίου ή γόνατος κλπ, με αποτέλεσμα να χάνεται πολύτιμος χρόνος και όταν τελικά φθάνει ο ασθενής στον αγγειοχειρουργό η κατάσταση να μην είναι πλέον αναστρέψιμη.

Η διάγνωση στηρίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος στην κλινική εξέταση (ψηλάφιση σφύξεων, ύπαρξη ροίζου, μέτρηση σφυροβραχιονίου δείκτη) αλλά περισσότερες πληροφορίες για την εντόπιση των βλαβών παρέχει η έγχρωμη υπερηχητική αρτηριογραφία (triplex). Σε προχωρημένες περιπτώσεις, όπου απαιτείται θεραπευτική παρέμβαση, είναι απαραίτητος ο αγγειογραφικός έλεγχος, ο οποίος μπορεί να συνδυαστεί και με τη διενέργεια αγγειοπλαστικής (μπαλόνι – stent).

Η θεραπεία εξαρτάται από τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, την έκταση των βλαβών και την ανάπτυξη παράπλευρου δικτόυ, κατά πόσον δηλαδή έχει προλάβει ο οργανισμός να ανταποκριθεί στη στένωση με δημιουργία νέων αγγείων που παρακάμπτουν τις βλάβες.

Σε περιπτώσεις διαλείπουσας χωλότητας άνω των 100 μέτρων, η θεραπεία είναι συνήθως σε πρώτη φάση συντηρητική και συνίσταται στον έλεγχο των παραγόντων κινδύνου (διακοπή καπνίσματος, έλεγχος υπέρτασης, σακχάρου, χοληστερίνης), την ενίσχυση του παράπλευρου δικτύου με συστηματική άσκηση και φαρμακευτική αγωγή κυρίως με αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα (ασπιρίνη, κλοπιδογρέλη).

Σε περιπτώσεις όμως περιοριστικής διαλείπουσας χωλότητας, δηλαδή απόσταση βάδισης κάτω από 100 μέτρα, ή άλγους αναπαύσεως, απαιτείται επεμβατική θεραπεία είτε ενδαγγειακή με αγγειοπλαστική και τοποθέτηση stent είτε χειρουργική με δημιουργία παράκαμψης με μόσχευμα (bypass).